απελευθερώνω


απελευθερώνω
απελευθερώνω, απελευθέρωσα βλ. πίν. 3

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απελευθερώνω — (AM ἀπελευθερῶ, όω) αποδίδω την ελευθερία σε δούλο νεοελλ. 1. αποδίδω την ελευθερία σε σκλαβωμένους λαούς, ξεσκλαβώνω 2. απαλλάσσω κάποιον από τα δεσμά, τον αποφυλακίζω 3. μτφ. απαλλάσσω κάποιον από κάτι, απολυτρώνω …   Dictionary of Greek

  • απελευθερώνω — [апэлэфтэроно] р. освобождать, избавлять …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • απελευθερώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος 1. ελευθερώνω δούλο ή υπόδουλο, ξεσκλαβώνω: Οι αγωνιστές του 1821 απελευθέρωσαν ένα μέρος της πατρίδας μας. 2. απαλλάσσω κάποιον από κάτι κακό: Τον τελευταίο καιρό απελευθερώθηκα από αρκετά βάρη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποδεσμεύω — (AM ἀποδεσμεύω, Α κ. ἀποδεσμῶ, έω) νεοελλ. 1. αποσυνδέω, απαλλάσσω, απελευθερώνω 2. απελευθερώνω καταθέσεις που είχαν με προηγούμενη απόφαση μου δεσμευθεί, επιτρέπω την ανάληψη τους αρχ. δένω σφιχτά …   Dictionary of Greek

  • απολύω — κ. απολάω, αμπολάω, απολνώ, αμολάω (AM ἀπολύω) 1. παύω κάποιον από την εργασία ή την υπηρεσία του 2. αφήνω ελεύθερο από την υπηρεσία στον στρατό 3. διαλύω, διατάζω να διαλυθεί (στράτευμα) νεοελλ. 1. αφήνω ελεύθερο, αποφυλακίζω 2. φρ. «απολάω… …   Dictionary of Greek

  • εκλύω — (AM ἐκλύω) 1. λύνω, απελευθερώνω κάποιον ή κάτι από ό,τι τόν κρατούσε δεμένο ή περιορισμένο 2. χαλαρώνω, εξασθενίζω 3. (για τα ήθη) χαλαρώνω, καθιστώ λιγότερο αυστηρά νεοελλ. μέσ. (για ενέργεια) αποδεσμεύομαι και διαχέομαι στο περιβάλλον αρχ. μσν …   Dictionary of Greek

  • ελευθερώνω — και λευθερώνω και λευτερώνω (ΑΜ ἐλευθερῶ, όω Μ και ἐλευθερώνω) 1. απελευθερώνω από ξενικό ζυγό, από εχθρική κατοχή («ελευθέρωσε τα νησιά», «ἴτε παῑδες Ἑλλήνων, ἐλευθεροῡτε πατρίδα», «ἐλευθερῶσαι τὴν πόλιν») 2. απελευθερώνω δούλο, χαρίζω σε δούλο… …   Dictionary of Greek

  • επιλύω — (AM ἐπιλύω) 1. λύνω, επιτυγχάνω την ορθή λύση προβλήματος, διαφοράς κ.λπ. 2. ερμηνεύω, εξηγώ, διασαφώ («χωρὶς δὲ παραβολῆς οὐκ ἐλάλει αὐτοῑς τὸν λόγον κατ’ ἰδίαν δὲ τοῑς μαθηταῑς αὐτοῡ ἐπέλυε πάντα», ΚΔ) αρχ. 1. απελευθερώνω 2. απελευθερώνω δούλο …   Dictionary of Greek

  • προαπολύω — Α απελευθερώνω προηγουμένως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + ἀπολύω «λύνω, απελευθερώνω»] …   Dictionary of Greek

  • αζάτι — (άκλιτο) 1. απεριόριστα, ελεύθερα (συνάπτεται συνήθως με τα ρήματα αφήνω, γίνομαι, πηγαίνω, κάνω κ.ά. και έχει επίρρ. σημασία) 2. φρ. «αφήνω αζάτι», αφήνω κάποιον ελεύθερο «γίνομαι αζάτι», απελευθερώνομαι «κάνω αζάτι», απελευθερώνω (για… …   Dictionary of Greek